
Ένα ταυτόχρονο πλησίασμα. Μια μονομαχία
Μενέλαος, ο άνδρας που ενσαρκώνει την εξουσία σε όλες της τις πιθανές εκφάνσεις και συγχρόνως συμπυκνώνει τις αρετές – θεμέλια του μύθου. Ερμιόνη, η κόρη που πνίγεται στην σκιά ενός αιματοβαμμένου έρωτα και κολυμπά στις παραλίες της Λακωνίας, ξεπλένοντας από πάνω της το παρελθόν που δεν έχει ακόμη γνωρίσει. Χρυσόθεμις, η κόρη του Αγαμέμνονα και το θύμα των μηχανορραφιών της Κλυταιμνήστρας που ταλανίζεται από την κατάρα της επίγνωσης. Κλεόνη, η προστιθέμενη φιγούρα – δημιούργημα του Ανδρέα Στάικου, το όνομα της οποίας αντλεί από τον Ρακίνα – που, ως έμπιστη της Ελένης και τροφός της Ερμιόνης, στέκει στο ερειπωμένο βασίλειο ως μια υπόμνηση των γεγονότων κι ως μια έμμεση προφητεία των μελλούμενων. Οι τέσσερις αυτοί ήρωες συναντώνται στο Υπόγειο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, με τους ηθοποιούς Νίκο Νίκα, Ελένη Ζαραφίδου, Εμμανουέλα Κοντογιώργου και Αιμιλία Μήλιου να παραδίδονται σ’ ένα κωμικό όσο και τραγικό παιχνίδι που δεν γνωρίζει όρια και σφραγίζεται με το τέλος της ίδιας της ζωής – στον έρωτα.
Δεδομένης της ιδιαίτερης συγγραφικής αλλά και σκηνοθετικής προσέγγισης του Ανδρέα Στάικου, ο οποίος και χτίζει τους χαρακτήρες των έργων του πάνω στους ηθοποιούς του, ποιες είναι οι εκλεκτικές συγγένειες που αναγνωρίζετε με τους ρόλους που υποδύεστε; Και ποια η σύνδεσή σας με το κείμενο τη στιγμή που αυτό προετοιμάζεται για εσάς με όρους υψηλής ραπτικής και δεν ολοκληρώνεται ποτέ πριν από την πρεμιέρα του;
Εμμανουέλα: Μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι, πριν ο Ανδρέας γνωρίσει την Ελένη, κάποια πράγματα που έλεγε για την Κλεόνη τότε δεν είχαν καμία σχέση. Η Κλεόνη ήταν μία τσατσά στο μυαλό του. Ένας χαρακτήρας πολύ διαφορετικός που δεν είχε ψήγματα βάθους συναισθηματικού ούτε κι έδινε την εντύπωση πως μπορούσε να ερωτευτεί.
Παρουσιάζει τρομερή στοργή ο ρόλος της Κλεόνης κι αυτή της η πτυχή φαίνεται να πηγάζει από εσένα την ίδια, Ελένη. Όπως και στην περίπτωση του Μενελάου, θα τολμούσα να πω ότι έχει υμνήσει τον σαρκασμό του Νίκου.
Νίκος: Η απάντηση, λοιπόν, σ’ αυτό που λες για τις εκλεκτικές συγγένειες είναι ότι εμείς δεν συναντούμε ένα κείμενο που είναι γραμμένο οριστικά πριν από εμάς για εμάς. Είναι μαζί με εμάς για εμάς, άρα αυτή είναι συγγένεια.
Δηλαδή δεν αναγνωρίζεις κάτι γιατί το βρίσκεις ήδη πάνω σου;
Νίκος: Αναγνωρίζω πάρα πολλά γιατί γίνεται σε διάλογο με τον Ανδρέα Στάικο που γράφει. Δηλαδή παίρνει στοιχεία από εμάς και μετά τα βλέπουμε γραμμένα με βάση την πλοκή του έργου και την κατεύθυνση που θέλει να του δώσει. Αλλά τα πρόσωπα σε πολύ μεγάλο ποσοστό είμαστε εμείς και για μένα αυτό είναι ένα σοκ ευχάριστο, γιατί οι ηθοποιοί συνήθως καλούμαστε να βρούμε, να πάμε προς τους ρόλους, τους ήρωες, ενώ εδώ υπάρχει ένα ταυτόχρονο πλησίασμα. Σαν μονομαχία είναι. Εσύ κι ο ρόλος που έρχεται να σε βρει, ο οποίος όμως έχει δικά σου στοιχεία επειδή σ’ έχει γνωρίσει. Όπως εσύ γνωρίζεις τον ρόλο έτσι κι ο ρόλος έχει ακούσει για σένα την ώρα που γράφεται κι αυτό έχει ένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Ελένη: Εγώ, μάλιστα, θ’ απαντούσα λίγο ανάποδα σ’ αυτήν την ερώτηση. Θα χαρακτήριζα με μία λέξη αυτό που ζούμε εδώ. Ως μία επιστροφή στην αγνότητα, αλλά με την έννοια που έχει περισσότερο στην αγγλική γλώσσα: στο pure.
Νίκος: Το καθαρό.
Ελένη: Κι αυτό διαπερνά τις σχέσεις που έχουμε μεταξύ μας. Δηλαδή, εγώ αισθάνομαι ότι είμαστε μια μικρή οικογένεια που έχει βρει έναν τρόπο δικό της, μυστικό, να πορεύεται. Έχουμε τους δικούς μας κωδικούς, τον δικό μας τρόπο να συνεννοούμαστε. Και μάλιστα είναι ένας τρόπος ο οποίος έχει κάπως αποβάλλει όλα τα κακώς κείμενα που έχει καταλήξει να έχει η καθημερινότητα. Κι αυτό οφείλεται πάρα πολύ στον Ανδρέα, που είναι ένας άνθρωπος με πολύ μεγάλο σεβασμό κι αγάπη αληθινή για την τέχνη και τους καλλιτέχνες. Αυτή η ατμόσφαιρα που έχουμε στις σχέσεις μας έχει δημιουργήσει κι ένα ασφαλές περιβάλλον αληθινής δημιουργίας, ανόθευτης και αβίαστης. Ενώ υπάρχουν οι αντικειμενικές πιέσεις, αισθάνομαι ότι μ’ έναν αβίαστο τρόπο θα φτάσουμε στην πρεμιέρα. Είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Γιατί υπάρχει ένας συγχρονισμός που τελικά επιταχύνει πολύ περισσότερο τα πράγματα από την μεγάλη πίεση. Κι αυτός ο συγχρονισμός – και γι’ αυτό πήγα από πίσω προς τα εμπρός – έχει να κάνει με την αρχική προσέγγιση του Ανδρέα: φτιάχνει την ομάδα του, εμπνέεται απ’ αυτήν, εμπιστεύεται τους ανθρώπους που έχει απέναντί του, τον εμπιστεύονται κι αυτοί και αρχίζει και φτιάχνεται σιγά σιγά ένας κώδικας που είναι καλλιτεχνικός και υψηλός. Και σίγουρα αυτό που θα προσφέρει στον θεατή, γιατί τελικώς μια παράσταση πάμε να κάνουμε, έστω κι αν είναι ατελές, είσαι σίγουρος ότι θα είναι αγνό.
Αιμιλία: Είναι εντυπωσιακό το πώς μας παρατηρεί, πώς μας σκανάρει, χωρίς να το καταλαβαίνουμε την ώρα που το κάνει. Είναι σαν να είναι μαζί μας, αλλά και να μην είναι. Ένα κομμάτι του “πετάει” από πάνω μας και καταγράφει κινήσεις, φράσεις, βλέμματα. Καλλιτέχνης παιδί μου. Δηλαδή, μέσα στο διάστημα αυτών των μηνών που βρισκόμαστε, οι αλλαγές που έχουν γίνει στο κείμενο, έχουν γίνει με τέτοιο τρόπο ώστε να προσεγγίσουν αυτό που βλέπει ο κύριος Ανδρέας σε μας.. Είναι σαν να φαντάζεται τον καθένα μας κατά κάποιον τρόπο να χρησιμοποιεί τα λόγια αυτά του ρόλου, στην πραγματική του ζωή.
Εμμανουέλα: Εμένα μου έκανε εντύπωση που ο φίλος της Αιμιλίας, που την ξέρει αλλά δεν έχει σχέση με το θέατρο, διαβάζοντας την πρώτη σκηνή είπε «Καλά ο Στάικος την έχει πιάσει την Αιμιλία. Είναι η Αιμιλία αυτό». Και μου έκανε εντύπωση που το άκουγα από έναν άνθρωπο που διαβάζει απλώς ένα κείμενο χωρίς να έχει δει καν την παράσταση. Κι έτσι είναι και για τους υπόλοιπους.
Στην ενενηντάλεπτη επί σκηνής συνάντησή σας παρακολουθούμε τους χαρακτήρες σας να βρίσκονται σε μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας. Επιδιώκεται, λοιπόν, από τον κύριο Στάικο και μια σπουδή στην ιδιότητα του ίδιου του ηθοποιού, μ’ εσάς ν’ ακροβατείτε μεταξύ αρχαιότητας και συγχρονίας σχολιάζοντας μέχρι και τον νεοέλληνα. Αυτό είναι άραγε ο ηθοποιός; Μια φιγούρα που ενσαρκώνει τα σημεία του καιρού και συγχρόνως τα υπερβαίνει φλερτάροντας με το αιώνιο;
Νίκος: Εγώ θα είμαι πιο κυνικός. Ο ηθοποιός δεν κάνει κάτι από πρόθεση, γιατί είναι ένας δημιουργός άλλου είδους, ένας δημιουργός που έρχεται μετά. Έτυχε να έχω εγώ αυτόν τον ρόλο που επικοινωνεί και με το παρόν και με το μέλλον. Η προσωπική μου ανησυχία, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει, εκφράζεται τώρα συγκυριακά μέσα απ’ αυτό το κείμενο γιατί είναι μια ευλογημένη στιγμή. Οι ηθοποιοί δεν μπορούν εύκολα να εκφράσουν τις ανησυχίες τους με τη δουλειά τους, γιατί ζούμε σε μία χώρα όπου το να κάνεις επιλογή είναι ένα πάρα πολύ δύσκολο σπορ μιας και πρέπει να επιβιώσεις. Αν βρεθείς σε μια προνομιούχα θέση, που αυτό με το οποίο καταπιάνεσαι τη δεδομένη στιγμή να εκφράζει και σένα και τον καιρό σου και την εποχή σου, αυτό είναι ευλογία. Αλλά οι ηθοποιοί δεν αποτυπώνουν το σημείο του καιρού τους. Το έχουν κάνει κάποιοι άλλοι γι’ αυτούς. Οι συγγραφείς ή οι σκηνοθέτες. Οι ηθοποιοί το υπηρετούν με την προσωπικότητα και την τέχνη τους, αλλά δεν το ορίζουν εκείνοι. Δεν ορίζουν την ανησυχία για τα πράγματα του καιρού τους.
Ελένη: Εγώ θα έλεγα, όσον αφορά τουλάχιστον σ’ εμένα, ότι σ’ όλες τις διαδικασίες της προετοιμασίας – και γι’ αυτό αγαπώ τις πρόβες – παίζω. Στην πρόβα φροντίζω πάντα να διασκεδάζω και προσπαθώ αναλόγως με αυτό που συμβαίνει ν’ αλληλεπιδράσω. Εκ των υστέρων, μόνο, μπορεί να φανεί αυτό που σκεφτόμουν –μπορεί και όχι. Δεν θεωρώ ότι είναι κομμάτι της πρόβας να ανοίγει ο ηθοποιός την καρδιά του. Δεν χρειάζεται να συμφωνήσουμε απέναντι σ’ αυτό που σκέφτομαι εγώ για την Κλεόνη. Δεν είναι κομμάτι για διάλογο. Μου έχει δοθεί το κείμενο κι αυτό είναι αρκετό ως ερέθισμα. Το πώς θα παραχθεί τελικά είναι σε μεγάλο βαθμό δουλειά του σκηνοθέτη και των συναδέλφων κι έχει να κάνει μ’ αυτό το παιχνίδι. Είναι ένα επάγγελμα πρακτικό που έχει κωδικούς, εργαλεία και κοινό λεξιλόγιο. Πάνω σ’ αυτό συμφωνούμε εν τέλει στην πρόβα.
Εμμανουέλα: Συμφωνώ απόλυτα με την Ελένη και θέλω να χρησιμοποιήσω κι αυτήν τη φράση του Μενελάου «Εγώ δεν σκέφτομαι. Δεν έχω συνηθίσει να σκέφτομαι». Επί σκηνής πραγματικά δεν έχω συνηθίσει να σκέφτομαι. Μπορεί στη ζωή μου να μην ηρεμώ, αλλά στη σκηνή δεν σκέφτομαι τίποτα γιατί υπάρχει ο άλλος κι η κατασκευή του ρόλου την οποία πρέπει να υπηρετήσεις. Οπότε και μόνο που πρέπει να φορέσεις αυτό το κοστούμι και να είσαι ανοιχτός απέναντι στον άλλον είναι ήδη πολύ δύσκολες λειτουργίες. Δεν είναι καθημερινότητα. Είναι όλο μία κατασκευή. Και σ’ αυτήν την κατασκευή ο Ανδρέας επιλέγει μόνο ηθοποιούς με θεατρική παιδεία κι αυτό είναι στοιχείο κλειδί στην όλη συνθήκη.
Αιμιλία: Κι εγώ θεωρώ πως όταν γίνεται αυτοσκοπός το να βρεις ένα βάθος και μία έννοια που θα συνδέει παρελθόν και μέλλον, για να πεις πως προσέγγισες ένα ρόλο, είναι τουλάχιστον εγκλωβιστικό. Τα προβλήματα και οι προβληματισμοί της ανθρωπότητας είναι λίγο πολύ διαχρονικά, οπότε πάντα θα θίγονται σημεία του καιρού. Αν το πάρεις πιο σοβαρά αυτό που κάνεις τότε καταντά σοβαροφανές κι αχρείαστο… Εκείνη την ώρα απλώς παίζεις. Κι εκ των υστέρων μόνο μπορείς να κρίνεις πώς ήταν η διαδικασία αυτή και σε τί επικοινώνησε μέσα σου.
Άρα εστιάζουμε στο οργανικό κομμάτι της διαδικασίας.
Ελένη: Πλήρως. Γιατί το κείμενο είναι ένας κόσμος ιδεών που εσύ έχεις το χρέος να τον ενσαρκώσεις, να τον κάνεις πραγματικό. Αυτός είναι ο ρόλος σου. Είναι αυτό που είπε ο Νίκος, έχει γίνει ήδη η δουλειά αυτή. Ο κόσμος των ιδεών έρχεται στα χέρια σου κι είναι σαν να παίρνεις τον ρόλο κάποιου άλλου. Είναι άλλη η δουλειά που έχω να κάνω σ’ αυτήν την παράσταση. Όλοι έχουμε πολλούς ρόλους και με κάθε ρόλο είναι άλλη η επιδίωξη. Είμαστε βέβαια τυχεροί, που έχουμε τον Ανδρέα απέναντί μας και μπορούμε να τον ρωτήσουμε «τι εννοείς βρε ποιητή;» κι εκείνος να μας απαντήσει.
Αντιμετωπίζοντας, λοιπόν, το κείμενο ως ένα κόσμο ιδεών, εμένα πραγματικά με εκπλήσσει το γεγονός πως ο κύριος Στάικος έχει μια τρομερά άμεση επαφή με το σήμερα. Ορμώμενος απ’ αυτό, τολμώ να πω ότι εγώ αναγιγνώσκω και κάποιες υποδόριες φεμινιστικές πινελιές με την Κλεόνη να περνά από ένα είδος ερωτικής υποταγής στην κυριαρχία, με τους ρόλους να αντιστρέφονται. Σεξ και γυναικεία χειραφέτηση, ένα ακόμη κλισέ ή μια καίρια τοποθέτηση απέναντι στην ενδυνάμωση των θηλυκοτήτων;
Ελένη: Το κυρίαρχο θέμα δεν θεωρώ πως είναι ο φεμινισμός. Τον εμπεριέχει, αλλά το κείμενο διαπνέεται από ένα αίσθημα ελευθερίας και από μια προσπάθεια των ηρώων να αποτινάξουν το στερεότυπο κι αυτό που κάποιος άλλος φαντάζεται γι’ αυτούς. Καθένας εκ των τεσσάρων διανύει μια διαδρομή μέσα στο έργο όπου προσπαθεί να αποβάλλει την προκατάληψη που συνδέεται με τ’ όνομά του – καθένας με τον τρόπο του.
Ο έρωτας είναι βέβαια το κοινό όχημα των τεσσάρων προς την ελευθερία.
Ελένη: Ναι, αλλά πάντα είναι ο έρωτας. Όχι μόνο στο έργο του Στάικου. Πάντα είναι ο έρωτας αυτός που θα σπάσει τα στερεότυπα και δεν χρειάζεται αυτός να είναι ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Είναι κι ο έρωτας με μια ιδέα. Εξ αρχής οι ήρωες στοχάζονται πάνω στο ζήτημα της ταυτότητάς τους και θέλουν να την ανατρέψουν.
Εμμανουέλα: Νομίζω ότι είναι πολύ έντονο το στοιχείο της γυναικείας χειραφέτησης, διότι βλέπουμε τέσσερις πολύ διαφορετικούς τύπους ανθρώπων που επιχειρούν να χειραφετηθούν με διαφορετικούς τρόπους. Η Ερμιόνη το προσπαθεί με το να αναλώνεται στον ερωτισμό. Η Χρυσόθεμις, ως ρομαντική, με το τελείως αντίθετο. Η Κλεόνη, είναι σαν χαρακτήρας μυθιστορημάτων του 17ου και του 18ου αιώνα.
Ελένη: Η αιώνια ερωτευμένη.
Εμμανουέλα: Είναι μια σταθερά του έρωτα. Πάντα πιστή σ’ έναν άνθρωπο.
Ελένη: Μα είναι σχεδόν θρησκευτική η προσήλωσή της.
Εμμανουέλα: Και το κερασάκι στην τούρτα είναι φυσικά ο Μενέλαος. Ο μοναδικός άντρας τον οποίον διεκδικούν οι άλλες τρεις κι εκεί φαίνεται η γυναικεία χειραφέτηση, διότι εκείνος είναι ένας Μολιερικός ήρωας. Ακόμη κι ο Δον Ζουάν δεν είναι αμιγώς κωμικός. Είναι πρώτα γοητευτικός. Ο Μενέλαος συνεχώς σκοντάφτει στον εγωισμό του και στη γοητεία του και το παραδέχεται. Ο Δον Ζουάν πλάθει την πλοκή, είναι η δική μας Κλεόνη, ενώ ο Μενέλαος είναι έρμαιο των ταυτοτήτων που του έχουν αποδώσει κυρίως άλλοι. Το γοητευτικό τελικά είναι η απόλυτη ειλικρίνειά του. Είναι επικίνδυνα ειλικρινής.
Είναι ευάλωτος
Νίκος: Διάτρητος
Κι ως εκ τούτου ερωτεύσιμος
Ελένη: Ο Μενέλαος, όπως τον έχει γράψει ο Ανδρέας κι όπως τον παίζει ο Νίκος, είναι αυτός που σ’ όλες τις εποχές ερωτεύονται οι γυναίκες.
Εμμανουέλα: Ο Μενέλαος είναι γοητευτικός γιατί είναι αφοπλιστικά ειλικρινής.
Ελένη: Είναι ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ της αρχαίας τραγωδίας.
Εμμανουέλα: Έχει ξεβρασθεί και κυριολεκτικά και μεταφορικά σ’ αυτό το έργο. Καταθέτει το είναι του στην Κλεόνη.
Ελένη: Εγώ πάντως θα έλεγα ότι ο Στάικος είναι ο ίδιος ένας πολύ μποέμ άνθρωπος και αυτή του η στάση ζωής διαπερνά το έργο. Σχολιάζει το σύγχρονο γίγνεσθαι, με την έννοια ότι σχολιάζει του «κυρπαντελήδες» της ελληνικής κοινωνίας. Μέσω της παράστασης μπορεί να μην το αισθανθεί κάποιος τόσο αιχμηρό. Γνωρίζοντάς τον, όμως, το αντιλαμβάνεται πλήρως αυτό.
Εμμανουέλα: Είναι δυνατόν να μην το αισθανθεί, ακούγοντας τη φράση «μήπως υπάρχει κάτι, το μικροκάτι, το μικροτίποτα που θα μπορούσα να κάνω;»!
Ελένη: Τους χτυπάει πισώπλατα μ’ αυτό το έργο. Τους βάζει στο μικροσκόπιο χωρίς να τους κοροϊδεύει, γιατί δεν είναι τέτοιος άνθρωπος.
Αιμιλία: Κι είναι ωραία κι η απενοχοποίηση των διάφορων τύπων ανθρώπων. Έρχεται μια ισορροπία που μέσα από το έργο διαφαίνεται ότι μπορείς να είσαι ό,τι θέλεις να είσαι. Μπορείς να ξεφύγεις από αυτό που νομίζεις ότι είσαι. Εκεί πατά πάνω στη χειραφέτηση των γυναικών και τη πατριαρχία, αλλά μ’ έναν τρόπο που σε βοηθά να δεις πως μέσα σ’ αυτήν την οριακή συνθήκη όλα ανατρέπονται χωρίς να φτάσει κάτι στα άκρα.
Κλείνοντας, να επισημάνουμε πως πρόκειται για μια κωμωδία, ένα είδος δηλαδή οριακό.
Νίκος: Η κωμωδία, είναι ένα είδος που εμένα με φοβίζει. Και σαν θεατή και πολύ περισσότερο σαν ηθοποιό. Γιατί θέλει να μπορέσει κανείς, εντός κι εκτός εισαγωγικών, να περιορίσει την Μεσόγειο θάλασσα. Οι μεσογειακοί λαοί είναι επικίνδυνοι στην κωμωδία γιατί δεν έχουν όρια. Γι’ αυτό και κάνουμε λόγο για το φλεγματικό χιούμορ των Άγγλων, γιατί δεν κινδυνεύουν από τη Μεσόγειο. Εάν κάποιος όμως είναι σημαντικός δημιουργός – αρχίζουμε πάντα από το κείμενο – κι αν έχει και το μέτρο και την αισθητική του Ανδρέα Στάικου, ο οποίος γράφει την κωμωδία ή μεταφράζει τις κωμωδίες εποχής, βλέπε Μαριβώ, με μέτρο και τρομερή ευφυία, τότε λες ναι στην κωμωδία.
Ελένη: Η κωμωδία είναι ένα ξεγύμνωμα αισθητικής. Στο δράμα μπορείς κάπως να καλύψεις την αισθητική ένδεια. Η κωμωδία αν δεν έχει μια πολύ συγκεκριμένη αισθητική μπορεί να καταλήξει από ένα κακόγουστο αστείο μέχρι και μια χυδαιότητα. Οπότε, εκεί έχει να κάνει και με το ίδιο το έργο, κατά πόσο δηλαδή θα προφυλάξει το οχυρό της αισθητικής. Αλλά θα έλεγα πως πάντα κινδυνεύεις. Ακόμη και μετά από μια εξαιρετική πρεμιέρα χρειάζεται τρομερή επαγρύπνηση για να μη χάσεις το ορθό μέτρο.
Νίκος: Πάνω σ’ αυτό που λέει η Ελένη, θυμήθηκα μια παλιά μου κουβέντα με αφορμή μια μετάφραση του Ανδρέα. Παραλληλίζω λίγο το δράμα με τη μαγειρική. Για να παίξει κανείς πρέπει να ξέρει να μαγειρεύει. Το οποίο δεν είναι απλό πράγμα, αλλά είναι σίγουρα πιο απλό από το να παίξεις κωμωδία που για μένα είναι σαν τη ζαχαροπλαστική. Θέλει δηλαδή τρομερή ακρίβεια, ακρίβεια γραμμαρίου για να μην ξεφύγει. Κι έτσι το γλυκό δεν πετυχαίνει ενώ το φαγητό μπορείς να το σώσεις μ’ ένα καρύκευμα παραπάνω ή παρακάτω. Η κωμωδία δεν σώζεται. Αν σου πετύχει ένα βράδυ δεν σημαίνει ότι θα σου πετυχαίνει και κάθε βράδυ.
Εμμανουέλα: Στο δράμα ο ήρωας έχει απόλυτη επίγνωση του εαυτού του και των πράξεων του, ενώ ο κωμικός ήρωας έχει πλήρη άγνοια της κατάστασης του γι’ αυτό είναι και κωμικός. Το κοινό γελάει με τον ήρωα που σκοντάφτει συνεχώς στην αφέλεια του. Για να αποδώσεις, όμως, τη μεγαλύτερη άγνοια χρειάζεται να ξέρεις ακριβώς τι κάνεις επί σκηνής.
Αιμιλία: Το 50% είναι το ίδιο το κείμενο και το άλλο μισό είναι να μην μπεις στον πειρασμό να το κοροϊδέψεις. Πρέπει να το αποδώσεις όπως είναι.
Νίκος: Χωρίς να προσθέσεις κάποια πρόθεση.
Info: “Ερμιόνη” του Ανδρέα Στάικου κάθε Δευτέρα και Τρίτη από τις 17 Οκτωβρίου στο Υπόγειο του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης.
Προπώληση: Ticket Services
Φωτογραφίες από τον Ραφαήλ Σουλιώτη εδώ


Γραμμή υποστήριξης εγκαταλελειμμένων υιών


Σάβανο σημαινομένων
Δυο χέρια γατσιασμένα θωπεύουν κάτι πόδια πληγωμένα κι αυτά ψάχνουν γιατρειά μες σε λευκά ξέφτια. Άκρα χάνονται κάπου ανάμεσα σε κραυγές και το παλιό ύφασμα τυλίγει τώρα το κορμί σαν να ‘ρθε πρόωρα το λυκαυγές. Κορμί σκαρί σώμα πτώμα. Ρίζες που μπλέκονται με φλέβες και αντάμα τους κουρνιάζουν κάτι αδένες. Ανθίζουν οι προτάσεις και κάποιος κάτι μουρμουράει για σωστές συντάξεις. Τόσα αίματα ξανά, βαρέθηκα να κολυμπώ σε άλικα υγρά. Στο διάολο να πάνε κι οι ρίμες- αναρωτιέμαι ποιος θα πάρει τις ευθύνες.
Στο σεντόνι απάνω θαρρείς πως βλέπεις αυτές τις δυο λέξεις ολούθε τυπωμένες: ευχαριστώ και συγγνώμη. Καθεμιά τους εφάπτεται στην πληγή που της αναλογεί. Με μια ιδιότυπη σχέση ιού και ξενιστή, νέα νοήματα εκκολάπτονται μες στη ζεστασιά των πληγωμένων κυττάρων. Τα φωνήεντα παίρνουν το σχήμα του ανοίγματος και τα σύμφωνα κρύβονται στο κιτρινιασμένο πλάσμα που τα κουβαλά. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια φέρουν ηχηρούς φθόγγους και τα λευκά τους άηχους- φυσικά, πάντα αυτός που σηκώνει το μεγαλύτερο φορτίο προτιμά τη σιωπή. Η δεξιά πλευρά γεμάτη απολογίες και η αριστερή στολισμένη με ευχαριστίες. Πρώτα ξεστόμισα αυτές τις λέξεις και μετά ζήτησα τους γονείς μου. Κι έχουν περάσει δεκαοχτώ χρόνια και δεν έχω μάθει ακόμα καινούργιες. Τόσο πλούσια γλώσσα η ελληνική κι εγώ προτίμησα να παίξω με σκουριασμένα σημαινόμενα.
Συγνώμη μπαμπά που σε κατηγόρησα. Συγγνώμη που όλοι σε κατηγορούν. Συγγνώμη που τους επιτρέπω να κατηγορούν κι εμένα. Συγνώμη και σ’ εσάς που σας κατηγορώ για τα τόσο λογικά συντεταγμένα κατηγορητήριά σας. Συγγνώμη κύριε δικαστά που σας βάζω για άλλη μια φορά στον κόπο να με εκδικάσετε. Συγγνώμη και σε σας κυρία φιλόλογε για το ενδεές λεξιλόγιο μου. Συγγνώμη και σε σας που διαβάζετε χαζές λέξεις παρατεταμένες με μια αυστηρότητα που επιδιώκει να τους επιβάλλει κάποιο νόημα. Ουφ! Συγγνώμη και για την έκταση. Συγγνώμη…
Σ’ ευχαριστώ μαμά. Σ’ ευχαριστώ που μου έμαθες να ευγνωμονώ. Σ’ ευχαριστώ γιαγιά που με δίδαξες την πίστη. Σ’ ευχαριστώ που με υπομένεις οποιανού αυτί κι αν είσαι. Αλήθεια σ’ ευχαριστώ. Σας ευχαριστώ, όλους σας!
Κι έχω πατήσει τα δεκαεννιά κι όλοι εξακολουθούν να διατείνονται ότι αυτές οι δυο λέξεις αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια της ευπρέπειας ενός ατόμου- κι εγώ, που τις γαζώνω με επιδέσμους τόσα χρόνια, δεν ένιωσα ποτέ μου ευπρεπής. Μπορεί να φταίει και το χαντζαπλαστ, ή αυτή η λευκή σκόνη που τσούζει. Όλο μου κλείναν τις πληγές κι όλο αυτές γαργαλούσαν το λεπτό μου δέρμα για να μου υπενθυμίσουν την ύπαρξη τους. Πάντα παρούσες. Συνοδοιπόροι στις επισκέψεις μου στο ιατρείο. «Γιατί καλέ μου γιατρέ δεν λένε να κλείσουν με τίποτα αυτές οι άτιμες ουλές; – Κάνα ψυχοσωματικό θα ναι», αποκρίθηκε εκείνος σε μια απόπειρα επίδειξης της άρτια δομημένης γνώσης του. Και μια φίλη μου ‘πε τις προάλλες ότι οι γιατροί προφασίζονται τα ψυχοσωματικά όταν δεν ξέρουν τι πραγματικά συμβαίνει στους οργανισμούς μας.
Στη βεράντα τα φρεσκοπλυμένα μου σεντόνια χορεύουν με διάχυτο αισθησιασμό πάνω στα κάγκελα- προίκα είναι γαρ, ας τα εκθέσουμε και λίγο. Η λευκότητα τους προσβάλλει με την ανοίκεια φύση της τα μάτια μου. Ούτε ίχνος αίματος. Ούτε ίχνος συλλαβής. Ψαχουλεύω τον κάδο του πλυντηρίου μου μπας και βρω κανένα νόημα χωμένο στα τοιχώματα μαζί μ’ εκείνο το ζευγάρι μαύρες κάλτσες. Δυο λέξεις κάνουν παρέα στα σοσονάκια μου στο τμήμα με τα απολεσθέντα. Ευχαριστώ και συγγνώμη. Δεκαεννιά χρόνια ζωής με κοιτάζουν κατάματα ενώ το πλυντήριο τίθεται από μόνο του σε λειτουργία. Σε δεκαπέντε λεπτά μου υπόσχεται μια γρήγορη μα συνάμα καθαρτική πλύση. Μαλακτικό δεν πρόλαβα να βάλω. Ανοίγω το καπάκι κι έχουν απομείνει μοναχά δυο ξέμπαρκα πρώτα συνθετικά: συν και ευ. Πιάνω κλωστή και βελόνα. Ήρθε η ώρα να κεντήσω νέες λέξεις.


έγγραφο γυναίκα
Κορίτσια που έγιναν γυναίκες. Γυναίκες που έγιναν κορίτσια. Κορίτσια που παρέμειναν κορίτσια.
Από ωάριο κορίτσι. Από κορίτσι γυναίκα. Από γυναίκα κορίτσι. Από κορίτσι αγόρι. Κι από αγόρι ξανά γυναίκα.
Σώματα που σπάνε για να φέρουν μέσα απ’ τον θάνατό τους τη ζωή. Θραύσματα γυναικών που η καθεμιά τους τα κληροδοτεί στην επόμενη. Ήχοι από λεκάνες που ράγισαν και από μήτρες που σκίστηκαν στα δυο. Ένα μωσαϊκό θρυμματισμένων θηλυκών που εμείς ποδοπατάμε καθημερινά. Νεκρά μέλη απορροφούν τους κραδασμούς των βημάτων μας- κι εμείς χορεύουμε ανελέητα πάνω σ’ αυτά τα τσακισμένα κορμιά. Υπόκωφες φωνές κράζουν για να ακουστούν- κι εμείς αυξάνουμε λίγο περισσότερο την ένταση του ήχου της τηλεόρασης.
Μέσα στην κουζίνα η γιαγιά φιλετάρει το δεξί της μπράτσο- έχει άλλωστε να ταΐσει και δύο αρσενικά. Γέρικοι μύες σοτάρονται στον πάτο της κατσαρόλας. Τους σβήνει με τα δάκρυά της. Τους βράζει μες στο αίμα της. Κοκκινιστό ετοιμάζει και σήμερα- μόνο που ξέχασε πάλι την κανέλα. Μες στην αιματηρή τρικυμία των 100 βαθμών κελσίου καθρεφτίζεται η φλεγόμενη μορφή της. Στα πύρινα υγρά αντικρύζει όλα τα πτώματα του παρελθόντος της. Ο νεκρός παππούς μου της χαμογελάει όπως τότε- με εκείνο το χαρακτηριστικό του μειδίαμα. Ο πατέρας της τής απολογείται για τους εφιάλτες που της χάρισε. Η μητέρα της κάνει να της πιάσει το χέρι- μ’ ένα συγκαταβατικό βλέμμα αποχωρεί. Από τον πυθμένα φτάνει στ’ αυτιά της το κλάμα ενός μωρού. Του μωρού που σκότωσε. Του μωρού που οι άλλοι την ανάγκασαν να πνίξει- κρίμα θα ήταν να γεννούσε ξανά κορίτσι. Τα υγρά που τρέχουν από το πρόσωπό της το πνίγουν ξανά. Τα θύματά της χάνονται μες στην κοχλάζουσα σάλτσα κι εκείνη πετσοκόβει τώρα και το αριστερό της μπράτσο. Ελπίζει να εξαγνιστεί. Μέχρι τότε θα έχει σίγουρα ξεψαχνιστεί.
Κοιτάει το κορμί της και προγραμματίζει τα γεύματα των επόμενων ημερών- δεν της απομένουν και πολλές. Αδύναμα κόκαλα τρυπούν το ελάχιστό της δέρμα. Όργανα- ζωτικής και μη σημασίας- τουρτουρίζουν στην κατάψυξη προκειμένου να βγάλουμε έναν ακόμη χειμώνα. Τα άκρα της μας χαιρετούν από το τζάμι του φούρνου. Σε λίγα χρόνια θα ρουφάμε το μεδούλι της. Παρατηρώ τη μαμά μου. Διακρίνω κιόλας κάποια μπαλώματα στους μηρούς της. Γενναίοι ιστοί προσπαθούν να καλύψουν το κενό μήπως και μας προσφέρουν παραπάνω φαγητό. Η συνταγή είναι η ίδια. Η παράδοση αιώνια. 100 γραμμάρια ψαχνό τις καθημερινές και 250 τις αργίες- ακριβά καθορισμένες δοσολογίες εγγεγραμμένες στο γενετικό υλικό κάθε θηλυκού. «Έλα βρε μανούλα! Μην πεθάνεις ακόμα. Αντέχεις! Έχεις τόσα να μας προσφέρεις!». Ανθρωποφάγος είναι κι αυτή- όμοια μ’ εμάς. Μία ακόμη κανίβαλος, που πρόκειται, όμως, να θυσιαστεί. Παρακαλεί το ήδη υπάρχον θύμα να συνεχίσει να μας θρέφει. Καθυστερεί το πεπρωμένο της φυλάσσοντας μικρές ποσότητες κρέατος της δικής της μητέρας στη συντήρηση. Η σφαγή της κοντοζυγώνει- το ξέρει. Σύντομα θα ξαπλώσει κι η ίδια- όπως άλλες τόσες γυναίκες πριν από εκείνη- πάνω στο ξύλο κοπής και με το ελεύθερό της χέρι θα τεμαχίσει την περιττή της σάρκα. Η διαδικασία θα επαναλαμβάνεται μέχρις ότου να εξασφαλιστεί η διαδοχή- μέχρις ότου να βρεθεί το επόμενο σφάγιο.
Από μικρή την προετοίμαζαν να μαγειρέψει μες στα σωθικά της λίγη ζωή και περίσσιο θάνατο. Ένας πνιγμένος- από το αίμα των προκατόχων του- τσελεμεντές τής φύλασσε τις δοσολογίες της δικής της θυσίας. Στις σελίδες του αναγνωρίζει τα άλικα υγρά των γυναικών που προετοίμασαν τον ερχομό της. Σ’ αυτές υπογράφει τώρα κι η ίδια. Φύλλα ενός γενεαλογικού δέντρου που ορίστηκαν από τον θάνατο. Τον θάνατο έφερε μέσα της κι εκείνη κι όχι τον Δία.
Όταν φταίνε πάντα οι άλλοι ή σκέψεις σχετικά με την ενδοσκόπηση